Στρεπτόκοκκος: τι είναι και πώς μεταδίδεται
Ο στρεπτόκοκκος είναι ένα κοινό βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει από απλή φαρυγγίτιδα έως σοβαρές λοιμώξεις· δείτε πώς μεταδίδεται και πώς αναγνωρίζεται.
Δημήτρης Κωνσταντίνου Χρόνος ανάγνωσης: 11 λεπτά
Ο στρεπτόκοκκος είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα βακτήρια που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, υπεύθυνο για λοιμώξεις που ξεκινούν από έναν απλό πονόλαρυγγο και μπορούν, σε σπανιότερες περιπτώσεις, να εξελιχθούν σε κάτι πιο σοβαρό. Πολύς κόσμος αναρωτιέται τι είναι ο στρεπτόκοκκος ακριβώς και πώς ξεχωρίζει από έναν απλό ιό, καθώς τα συμπτώματα στην αρχή μπορεί να μοιάζουν παρόμοια. Στο άρθρο αυτό εξηγούμε τι είναι, ποια είδη υπάρχουν, πώς μεταδίδεται και πώς αντιμετωπίζεται, ώστε να έχετε μια πλήρη εικόνα του θέματος.
Τι είναι ο στρεπτόκοκκος
Ο στρεπτόκοκκος είναι ένα γένος βακτηρίων σφαιρικού σχήματος που, όταν παρατηρηθούν κάτω από μικροσκόπιο, εμφανίζονται διατεταγμένα σε αλυσίδες ή ζεύγη -εξ ου και το όνομά του, από τη λέξη «στρεπτός» που σημαίνει στριφτός ή σε σειρά. Πρόκειται για μικροοργανισμούς που ζουν φυσιολογικά στο σώμα μας, συνήθως στο δέρμα, στο στόμα, στον φάρυγγα και στο έντερο, χωρίς να προκαλούν πάντα πρόβλημα.
Το θέμα είναι ότι ορισμένα στελέχη στρεπτοκόκκου θεωρούνται παθογόνα, δηλαδή μπορούν να προκαλέσουν ασθένεια όταν βρουν την κατάλληλη ευκαιρία -για παράδειγμα όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι πιο αδύναμο, όταν υπάρχει πληγή στο δέρμα ή όταν το βακτήριο πολλαπλασιαστεί πέρα από τα φυσιολογικά όρια. Έτσι, ο ίδιος μικροοργανισμός που κάποιες φορές συνυπάρχει αθόρυβα με τον οργανισμό μας, άλλες φορές γίνεται η αιτία μιας λοίμωξης.
Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν μιλάμε για ένα και μόνο μικρόβιο, αλλά για μια ολόκληρη οικογένεια βακτηρίων με διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικό τρόπο δράσης και διαφορετική βαρύτητα νόσων. Αυτός είναι και ο λόγος που η φράση «έχω στρεπτόκοκκο» δεν λέει από μόνη της πολλά, χωρίς να διευκρινιστεί ποιο είδος και σε ποιο σημείο του σώματος εντοπίζεται.
Τα κύρια είδη στρεπτοκόκκου και οι διαφορές τους
Οι ειδικοί κατατάσσουν τους στρεπτόκοκκους σε ομάδες, με βάση χαρακτηριστικά της επιφάνειάς τους. Οι πιο γνωστές κατηγορίες που αφορούν τον άνθρωπο είναι οι εξής:
- Στρεπτόκοκκος ομάδας Α: ο πιο γνωστός στο ευρύ κοινό, υπεύθυνος για τη στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα, την οστρακιά και δερματικές λοιμώξεις όπως η ερυσίπελας.
- Στρεπτόκοκκος ομάδας Β: συναντάται συχνά στο γεννητικό σύστημα των γυναικών και έχει ιδιαίτερη σημασία κατά την εγκυμοσύνη, καθώς μπορεί να μεταδοθεί στο νεογνό κατά τον τοκετό.
- Πνευμονιόκοκκος (Streptococcus pneumoniae): αν και ανήκει στο ίδιο γένος, συμπεριφέρεται λίγο διαφορετικά και σχετίζεται κυρίως με πνευμονία, ωτίτιδα και μηνιγγίτιδα.
- Στρεπτόκοκκοι της στοματικής κοιλότητας: ζουν φυσιολογικά στο στόμα και συνδέονται κυρίως με την τερηδόνα, χωρίς συνήθως να προκαλούν σοβαρότερα προβλήματα.
Η διάκριση αυτή δεν είναι απλά ακαδημαϊκή· καθορίζει και τη θεραπευτική προσέγγιση. Ένας γιατρός που εντοπίζει στρεπτόκοκκο ομάδας Α στον φάρυγγο θα ακολουθήσει διαφορετική στρατηγική από έναν γιατρό που αντιμετωπίζει λοίμωξη από πνευμονιόκοκκο στους πνεύμονες. Γι' αυτό, όταν κάποιος λέει «κόλλησα στρεπτόκοκκο», αξίζει να διευκρινίζεται σε ποιο σημείο του σώματος και ποιο είδος αφορά η λοίμωξη.
Πώς μεταδίδεται ο στρεπτόκοκκος
Ο τρόπος μετάδοσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος του στρεπτόκοκκου και το σημείο του σώματος που προσβάλλει. Ο στρεπτόκοκκος της ομάδας Α, που ευθύνεται για τη φαρυγγίτιδα, μεταδίδεται κυρίως με τους παρακάτω τρόπους:
- Μέσω σταγονιδίων που απελευθερώνονται όταν ένας μολυσμένος άνθρωπος βήχει, φτερνίζεται ή μιλάει από κοντά.
- Με άμεση επαφή, όπως ένα φιλί ή τη χρήση κοινών αντικειμένων (ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, πετσέτες) που έχουν έρθει σε επαφή με σάλιο ή ρινικές εκκρίσεις.
- Μέσω επαφής με μολυσμένο δέρμα, στην περίπτωση δερματικών λοιμώξεων όπως το κρούσμα ή η ερυσίπελας.
Ο χώρος όπου αυτή η μετάδοση συμβαίνει πιο συχνά είναι εκεί όπου οι άνθρωποι βρίσκονται κοντά ο ένας με τον άλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως σχολικές τάξεις, παιδικοί σταθμοί ή οικογενειακά νοικοκυριά. Αυτός είναι και ο λόγος που η στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα εμφανίζεται συχνότερα σε παιδιά σχολικής ηλικίας και διαδίδεται εύκολα ανάμεσα σε συμμαθητές ή αδέρφια.
Ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β έχει διαφορετικό προφίλ μετάδοσης: συνήθως αποικίζει το γεννητικό ή το πεπτικό σύστημα χωρίς να προκαλεί συμπτώματα στον ενήλικο φορέα, και το κύριο ζήτημα αφορά τη πιθανή μετάδοσή του από τη μητέρα στο μωρό κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ο πνευμονιόκοκκος, από την άλλη, μεταδίδεται και αυτός κυρίως με σταγονίδια της αναπνευστικής οδού.
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι κάποιος μπορεί να είναι φορέας χωρίς να νοσεί, δηλαδή να έχει το βακτήριο στον οργανισμό του και να το μεταδίδει σε άλλους, χωρίς ο ίδιος να εμφανίζει συμπτώματα. Αυτό κάνει τον έλεγχο της εξάπλωσης δυσκολότερο, ειδικά σε κλειστούς χώρους.
Συμπτώματα λοίμωξης από στρεπτόκοκκο
Τα συμπτώματα ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με το σημείο του σώματος που έχει προσβληθεί. Στην πιο συνηθισμένη περίπτωση, τη στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα, τα κύρια σημάδια είναι:
- Ξαφνικός και έντονος πονόλαρυγγος, συχνά χωρίς συνάχι.
- Υψηλός πυρετός, που στα παιδιά μπορεί να ξεπερνά τους 38-39 βαθμούς Κελσίου.
- Διογκωμένοι και ευαίσθητοι λεμφαδένες στον αυχένα.
- Κόκκινες αμυγδαλές, μερικές φορές με λευκές ή κιτρινωπές κηκίδες.
- Πονοκέφαλος, ναυτία ή κοιλιακό άλγος, ιδιαίτερα σε παιδιά.
Σε αντίθεση με τις ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού, η στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα σπάνια συνοδεύεται από βήχα ή έντονο συνάχι· αυτή η απουσία «κρυολογικών» συμπτωμάτων είναι συχνά ένδειξη που οδηγεί τον γιατρό στην υποψία στρεπτόκοκκου.
Όταν το βακτήριο προσβάλλει το δέρμα, μπορεί να προκαλέσει κοκκινίλα, οίδημα και θερμότητα στην περιοχή, όπως συμβαίνει στην ερυσίπελα ή στο κρούσμα (impetigo), που εμφανίζεται συχνά σε παιδιά με μικρές πληγές γεμάτες με κιτρινωπή έκκριση. Η οστρακιά, μια παλαιότερα φοβερή αλλά σήμερα ελεγχόμενη νόσος, συνδυάζει τα συμπτώματα της φαρυγγίτιδας με ένα χαρακτηριστικό κοκκινωπό εξάνθημα σε όλο το σώμα και «γλώσσα φράουλα».
Σε βαρύτερες, πολύ σπανιότερες περιπτώσεις, ο στρεπτόκοκκος μπορεί να εισβάλει βαθιά στους ιστούς ή στην κυκλοφορία του αίματος, προκαλώντας πιο σοβαρή εικόνα με υψηλό πυρετό, γενική κακουχία και ραγδαία επιδείνωση. Τέτοιες περιπτώσεις χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση μιας στρεπτοκοκκικής λοίμωξης βασίζεται συνήθως σε συνδυασμό κλινικής εξέτασης και εργαστηριακού ελέγχου. Ο γιατρός αρχικά εξετάζει τον φάρυγγο, ψηλαφεί τους λεμφαδένες και αξιολογεί τα συμπτώματα που αναφέρει ο ασθενής.
Επειδή τα συμπτώματα μπορούν να μοιάζουν με αυτά μιας ιογενής λοίμωξης, χρησιμοποιούνται συχνά δύο τύποι εξετάσεων:
- Το ταχύ τεστ αντιγόνου στρεπτόκοκκου, που γίνεται με ένα βαμβακοφόρο στικ στον φάρυγγο και δίνει αποτέλεσμα σε λίγα λεπτά.
- Η καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος, που στέλνεται σε εργαστήριο και χρειάζεται συνήθως ένα με δύο 24ωρα, αλλά είναι πιο ακριβής και επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα σε αμφίβολες περιπτώσεις.
Για δερματικές λοιμώξεις, η διάγνωση συνήθως γίνεται κλινικά, δηλαδή με την εξέταση του δέρματος, ενώ σε πιο σύνθετες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί καλλιέργεια από την πληγή. Στην περίπτωση του στρεπτόκοκκου ομάδας Β σε εγκύους, γίνεται συνήθως ένας προγραμματισμένος έλεγχος γύρω στην 35η-37η εβδομάδα κύησης, με δείγμα από τον κόλπο και το ορθό, ώστε να εκτιμηθεί η ανάγκη προφύλαξης κατά τον τοκετό.
Είναι σημαντικό να μη γίνεται αυτοδιάγνωση με βάση μόνο τα συμπτώματα, καθώς υπάρχουν αρκετές καταστάσεις που μοιάζουν μεταξύ τους. Η σωστή διάγνωση επιτρέπει και τη σωστή θεραπεία, αποφεύγοντας τόσο την περιττή χρήση αντιβιοτικών όσο και την υποεκτίμηση μιας λοίμωξης που χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή.
Θεραπεία της στρεπτοκοκκικής λοίμωξης
Η βασική θεραπεία για τις λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο είναι τα αντιβιοτικά, τα οποία συνταγογραφούνται από γιατρό ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της λοίμωξης. Η πενικιλλίνη και τα παράγωγά της αποτελούν συνήθως την πρώτη επιλογή, ενώ σε περιπτώσεις αλλεργίας χρησιμοποιούνται εναλλακτικές κατηγορίες αντιβιοτικών.
Μερικά βασικά σημεία που αξίζει να γνωρίζει κανείς για τη θεραπεία:
- Η αγωγή πρέπει να ολοκληρώνεται στο σύνολο των ημερών που έχει ορίσει ο γιατρός, ακόμη κι αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν νωρίτερα.
- Η βελτίωση συχνά ξεκινά μέσα σε 24-48 ώρες από την έναρξη της αγωγής.
- Παράλληλα με τα αντιβιοτικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντιπυρετικά ή αναλγητικά για την ανακούφιση από τον πόνο και τον πυρετό, πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες ιατρού ή φαρμακοποιού.
- Ξεκούραση, ενυδάτωση και ζεστά ροφήματα βοηθούν στη γενική ανάρρωση, χωρίς φυσικά να αντικαθιστούν τη φαρμακευτική αγωγή όπου αυτή είναι απαραίτητη.
Σε δερματικές λοιμώξεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί τοπική ή από του στόματος αντιβιοτική αγωγή, ανάλογα με την έκταση του προβλήματος. Σε σπανιότερες, βαρύτερες περιπτώσεις όπου το βακτήριο έχει εξαπλωθεί στο αίμα ή σε βαθύτερους ιστούς, μπορεί να απαιτηθεί νοσοκομειακή περίθαλψη με ενδοφλέβια αντιβιοτικά.
Καμία πληροφορία σε αυτό το άρθρο δεν υποκαθιστά τη γνώμη ενός γιατρού. Αν υπάρχει υποψία στρεπτοκοκκικής λοίμωξης, η σωστή διαδικασία είναι επίσκεψη σε ιατρό για αξιολόγηση, διάγνωση και εξατομικευμένη θεραπεία, ειδικά σε παιδιά, εγκύους ή ανθρώπους με χρόνια προβλήματα υγείας.
Πιθανές επιπλοκές αν η λοίμωξη δεν αντιμετωπιστεί
Η μεγάλη πλειονότητα των λοιμώξεων από στρεπτόκοκκο, όταν αντιμετωπιστούν έγκαιρα, περνάει χωρίς μόνιμα προβλήματα. Ωστόσο, όταν μια λοίμωξη παραμείνει χωρίς κατάλληλη θεραπεία, υπάρχει κίνδυνος να εμφανιστούν επιπλοκές, ορισμένες από τις οποίες μπορεί να είναι σοβαρές.
Στην περίπτωση του στρεπτόκοκκου ομάδας Α, οι πιο γνωστές επιπλοκές περιλαμβάνουν:
- Απόστημα γύρω από τις αμυγδαλές, που μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο και δυσκολία στην κατάποση.
- Ρευματικό πυρετό, μια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει τις αρθρώσεις και, σε σπανιότερες περιπτώσεις, την καρδιά.
- Οξεία σπειραματονεφρίτιδα, μια φλεγμονή των νεφρών που μπορεί να εμφανιστεί μετά από κάποιες λοιμώξεις.
- Εξάπλωση της λοίμωξης σε βαθύτερους ιστούς ή στην κυκλοφορία του αίματος, μια σπάνια αλλά σοβαρή κατάσταση που χρειάζεται επείγουσα φροντίδα.
Ο πνευμονιόκοκκος, από την πλευρά του, μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονία, μέση ωτίτιδα ή, σε βαρύτερες περιπτώσεις, μηνιγγίτιδα -μια φλεγμονή των μεμβρανών που περιβάλλουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β σε νεογνά μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις όπως σήψη ή μηνιγγίτιδα, γι' αυτό και δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στον έλεγχο κατά την εγκυμοσύνη.
Αυτές οι επιπλοκές δεν είναι ο κανόνας, αλλά η πιθανότητά τους είναι ο λόγος για τον οποίο συστήνεται η έγκαιρη διάγνωση και η ολοκλήρωση της θεραπείας όπου αυτή κρίνεται απαραίτητη, αντί να αφήνεται μια λοίμωξη να «περάσει από μόνη της».
Πρόληψη: πώς περιορίζεται η μετάδοση
Δεδομένου ότι ο στρεπτόκοκκος μεταδίδεται κυρίως μέσω σταγονιδίων και άμεσης επαφής, οι πρακτικές πρόληψης μοιάζουν αρκετά με αυτές που εφαρμόζονται και για άλλες αναπνευστικές λοιμώξεις:
- Συχνό και σωστό πλύσιμο χεριών, ιδιαίτερα μετά από βήχα, φτέρνισμα ή επαφή με κοινές επιφάνειες.
- Αποφυγή μοιράσματος ποτηριών, μαχαιροπίρουνων ή προσωπικών αντικειμένων με κάποιον που έχει συμπτώματα λοίμωξης.
- Κάλυψη του στόματος και της μύτης με το μανίκι ή χαρτομάντιλο κατά τον βήχα και το φτέρνισμα.
- Παραμονή στο σπίτι όσο υπάρχουν συμπτώματα και μέχρι να περάσουν οι πρώτες 24 ώρες αντιβιοτικής αγωγής, ώστε να μειωθεί η μεταδοτικότητα.
- Τακτικός καθαρισμός επιφανειών και αντικειμένων σε χώρους όπου συχνάζουν παιδιά, όπως παιδικοί σταθμοί και σχολεία.
Σε ό,τι αφορά δερματικές λοιμώξεις, βοηθά η σωστή φροντίδα τραυμάτων και πληγών -καθαρισμός, κάλυψη και αποφυγή αγγίγματος με βρώμικα χέρια- ώστε να αποτρέπεται η είσοδος του βακτηρίου στο δέρμα. Στην περίπτωση εγκύων φορέων του στρεπτόκοκκου ομάδας Β, η προφύλαξη γίνεται συνήθως με χορήγηση αντιβιοτικών κατά τη διάρκεια του τοκετού, ύστερα από οδηγία του μαιευτήρα, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης στο νεογνό.
Δεν υπάρχει εμβόλιο για τον στρεπτόκοκκο της ομάδας Α που να χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα, ενώ για τον πνευμονιόκοκκο υπάρχουν εμβόλια που περιλαμβάνονται σε πολλά εθνικά προγράμματα εμβολιασμού, ιδιαίτερα για βρέφη, ηλικιωμένους και ανθρώπους με αυξημένο κίνδυνο. Για συγκεκριμένες συστάσεις εμβολιασμού, η καλύτερη πηγή είναι ο θεράπων ιατρός ή ο παιδίατρος.
Στρεπτόκοκκος σε παιδιά, ενήλικες και ευάλωτες ομάδες
Η στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα είναι πιο συχνή σε παιδιά ηλικίας 5 έως 15 ετών, κυρίως λόγω της στενής επαφής σε σχολικό περιβάλλον και της ακόμη αναπτυσσόμενης ανοσολογικής εμπειρίας τους με το βακτήριο. Στα μικρά παιδιά κάτω των 3 ετών η κλασική στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα είναι σπανιότερη, αλλά μπορεί να εμφανιστεί με πιο ασαφή συμπτώματα, όπως μπούκωμα, χαμηλό πυρετό ή ερεθισμό.
Στους ενήλικες, η λοίμωξη τείνει να είναι λιγότερο συχνή αλλά όχι σπάνια, ειδικά σε γονείς μικρών παιδιών ή σε ανθρώπους που εργάζονται σε στενή επαφή με άλλους, όπως εκπαιδευτικούς και προσωπικό υγείας. Οι ηλικιωμένοι και οι άνθρωποι με χρόνια νοσήματα ή αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρότερες μορφές λοίμωξης, όπως πνευμονία από πνευμονιόκοκκο.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην περίπτωση της εγκυμοσύνης, καθώς ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β, αν και συνήθως αθόρυβος στη μητέρα, μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο νεογνό εάν δεν εντοπιστεί και δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα κατά τον τοκετό. Αυτός είναι ο λόγος που ο σχετικός έλεγχος έχει ενταχθεί ως συστηματική πρακτική στην παρακολούθηση της κύησης σε πολλές χώρες.
Σε κάθε περίπτωση, η ηλικία, η γενική κατάσταση υγείας και η ύπαρξη άλλων παθήσεων επηρεάζουν τόσο τον κίνδυνο εμφάνισης λοίμωξης όσο και την πιθανή βαρύτητά της, γι' αυτό η αξιολόγηση πρέπει πάντα να γίνεται εξατομικευμένα από ιατρό.
Συχνές ερωτήσεις για τον στρεπτόκοκκο
Ο στρεπτόκοκκος είναι μικρόβιο ή ιός;
Ο στρεπτόκοκκος είναι βακτήριο, όχι ιός. Αυτή η διάκριση έχει πρακτική σημασία, καθώς οι βακτηριακές λοιμώξεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντιβιοτικά, ενώ τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμία δράση σε ιογενείς λοιμώξεις.
Πόσο καιρό είναι μεταδοτικός κάποιος με στρεπτόκοκκο;
Χωρίς θεραπεία, ένα άτομο μπορεί να είναι μεταδοτικό για δύο έως τρεις εβδομάδες. Με τη σωστή αντιβιοτική αγωγή, η μεταδοτικότητα μειώνεται σημαντικά μέσα στις πρώτες 24 ώρες από την έναρξη της θεραπείας.
Μπορεί κανείς να έχει στρεπτόκοκκο χωρίς συμπτώματα;
Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που είναι φορείς του βακτηρίου χωρίς να νοσούν οι ίδιοι, ιδιαίτερα στην περίπτωση του στρεπτόκοκκου ομάδας Β. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να το μεταφέρουν σε άλλους χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν.
Ο στρεπτόκοκκος περνάει μόνος του χωρίς αντιβίωση;
Σε ορισμένες περιπτώσεις το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει τη λοίμωξη χωρίς αντιβιοτικά, αλλά αυτό δεν είναι το ασφαλές σενάριο, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος επιπλοκών. Η απόφαση για θεραπεία πρέπει πάντα να γίνεται από γιατρό, με βάση την κλινική εικόνα και τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε στρεπτόκοκκο και σταφυλόκοκκο;
Πρόκειται για δύο διαφορετικά γένη βακτηρίων, με διαφορές στη μορφολογία και στα είδη λοιμώξεων που προκαλούν συχνότερα. Ο στρεπτόκοκκος σχετίζεται περισσότερο με φαρυγγίτιδα και δερματικές λοιμώξεις, ενώ ο σταφυλόκοκκος συνδέεται συχνά με λοιμώξεις δέρματος, τραυμάτων και, σε ορισμένα στελέχη, με ανθεκτικότητα σε αντιβιοτικά.
Συνοπτικά
Ο στρεπτόκοκκος είναι ένα ευρέως διαδεδομένο βακτήριο με πολλά διαφορετικά «πρόσωπα»: από έναν αθόρυβο κάτοικο του οργανισμού μας έως την αιτία μιας έντονης φαρυγγίτιδας ή, σπανιότερα, μιας σοβαρότερης λοίμωξης. Η κατανόηση του πώς μεταδίδεται -κυρίως μέσω σταγονιδίων και άμεσης επαφής- βοηθά στην αποτελεσματικότερη πρόληψη, ενώ η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η σωστή διάγνωση κάνουν τη διαφορά στην αποφυγή επιπλοκών.
Αν υποψιάζεστε λοίμωξη από στρεπτόκοκκο σε εσάς ή στο παιδί σας, η πιο ασφαλής επιλογή είναι πάντα η επίσκεψη σε γιατρό, ώστε να γίνει η κατάλληλη εξέταση και να ξεκινήσει, όπου χρειάζεται, η σωστή θεραπεία.
Διαβάστε επίσης: